Πώς κοιμάται η συνείδηση τα βράδια;

Γράφει η Αλεξάνδρα Κουντουρά / ατάκτως ερριμμένα

Υπάρχει μια σιωπή που πέφτει τα βράδια πάνω από τις πόλεις. Τα φώτα χαμηλώνουν, οι φωνές σωπαίνουν και οι άνθρωποι ξαπλώνουν στα κρεβάτια τους με την ψευδαίσθηση ότι η μέρα έκλεισε όπως έπρεπε.

Κάποιοι στριφογυρίζουν. Κάποιοι βασανίζονται από σκέψεις. Και κάποιοι κοιμούνται αμέσως, βαθιά, ήσυχα, σαν να μην άγγιξε τίποτα την ψυχή τους. Λένε πως ο ήσυχος ύπνος είναι σημάδι καθαρής συνείδησης. Μα δεν είναι πάντα έτσι.

Γιατί η συνείδηση δεν φωνάζει σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Σε άλλους ψιθυρίζει. Σε άλλους σωπαίνει από συνήθεια. Και σε άλλους έχει μάθει να κάνει πως δεν βλέπει. Στον κόσμο αυτόν, δεν είναι μόνο οι πράξεις που βαραίνουν. Είναι και οι σιωπές.

Είναι οι φορές που είδαμε το άδικο και κοιτάξαμε αλλού. Οι στιγμές που ακούσαμε ένα ψέμα και δεν μιλήσαμε. Οι φορές που κάποιος ζητούσε βοήθεια κι εμείς βολευτήκαμε στη δική μας ασφάλεια. Όλα αυτά δεν κάνουν θόρυβο. Δεν σπάνε τζάμια. Δεν αφήνουν σημάδια στο σώμα. Μα αφήνουν μικρές ρωγμές μέσα μας.

Και όμως, το πρωί ξυπνάμε, πίνουμε τον καφέ μας και λέμε «εγώ δεν έκανα τίποτα κακό». Ίσως εκεί να κρύβεται το πιο δύσκολο κομμάτι της αλήθειας: ότι το «δεν έκανα τίποτα» καμιά φορά είναι ακριβώς το πρόβλημα.

Γιατί όσοι κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια δεν είναι και απόλυτα αθώοι. Κάποιοι απλώς έμαθαν να ζουν με τις εκπτώσεις τους. Να βαφτίζουν τη δειλία «ουδετερότητα». Να ονομάζουν τη βολή «λογική». Να ντύνουν την αδιαφορία με όμορφες λέξεις. Δεν χρειάζεται να είσαι κακός για να έχεις ευθύνη. Αρκεί να έχεις επιλογή.

Και όλοι, με κάποιον τρόπο, έχουμε. Ίσως τελικά ο ανήσυχος ύπνος να μην είναι κατάρα. Ίσως να είναι μια υπενθύμιση ότι μέσα μας υπάρχει ακόμη κάτι ζωντανό που αντιδρά, που δεν συμβιβάζεται εύκολα. Κάτι που μας τραβά από το μανίκι και μας λέει: «Μην το προσπερνάς. Μην το συνηθίζεις».

Γιατί η αθωότητα δεν μετριέται από το πόσο ήσυχα κοιμάσαι, αλλά από το πόσο γενναία στέκεσαι όταν είσαι ξύπνιος.